αἴδομαι

αἴδομαι
Grammatical information: v.
Meaning: `shame oneself, honour' (Il.)
Other forms: see Chantr. Gramm. hom. 1, 310f.; more frequent αἰδέομαι (from *αἰδέσ-ιομαι)
Compounds: ἀν-αιδής `shameless', with ἀναίδεια.
Derivatives: αἰδώς f. `shame, reverence' (Il.), with αἰδοῖος (\< -οσ-ιος) .
Origin: IE [Indo-European] [16] *h₂eis-d-
Etymology: As PIE aizd- (which is uncertain) connected with Goth. aistan `sich scheuen vor' and Skt. īḍé (\< *izd-) `praise, honour'. Without d, further to NHG Ehre, ON eir etc. and Osc. aisusis abl. pl. `sacrificiis'. Also Lat aestimō ?
Page in Frisk: 1,34-35

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αίδομαι — αἴδομαι (Α) ποιητικός τύπος τού αἰδοῡμαι*, αλλά πολύ αρχαιότερός του. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Η λ. αποτελεί πιθ. παρεκτεταμένη μορφή τής ΙΕ ρίζας *ais «σέβομαι, τιμώ, λατρεύω» (πρβλ. γερμ. Εhre «τιμή» < αρχ. άνω γερμ. era). Η οδοντική… …   Dictionary of Greek

  • ais-2 —     ais 2     English meaning: to be in awe, to worship     Deutsche Übersetzung: “ehrfũrchtig sein, verehren”     Note: The Root ais 2 : “to be in awe, to worship” is a truncated root of ai ska. The formant ska is a common Germanic suffix added …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • αιδώς — Τεχνητή θεότητα, που την επινόησαν οι πρώτοι φιλόσοφοι, προσωποποίηση της συστολής και της ντροπής. Ήταν μια από τις Ώρες και είχε μητέρα τη Θέμιδα και αδελφές την Ευνομία, τη Δίκη, την Ειρήνη, τη Νέμεση κλπ. Ήταν μητέρα της Σωφροσύνης, τροφός… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.